Σχέδιο για μια ποιητική «ego-histoire»

Γεννήθηκα το 1956 στην Καρδίτσα. Από τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής μου, έρχονται στη μνήμη μου δύο πολύ έντονες εικόνες: στη μία είναι η μητέρα μου, περίπου 25 ετών τότε, μπροστά στην εξώπορτα του μικρού σπιτιού που μέναμε την εποχή εκείνη με ενοίκιο, να κάθεται σε ένα σκαμνάκι και να κλαίει. Ήθελε ένα δικό της σπίτι.
Στην άλλη εικόνα είναι ο αδελφός μου, περίπου 3 ετών τότε, να έχει πέσει από το παράθυρο, να έχει χτυπήσει άσχημα στο κεφάλι και γεμάτος αίματα να στέκεται με το πρόσωπο στον τοίχο και να κλαίει. Ακόμη υπάρχει μέσα μου η απορία γιατί άραγε να είχε στρέψει το πρόσωπό του στον τοίχο, σε μια στιγμή που το πιο φυσικό θα ήταν να επιδείξει την πληγή του.

Από την πρώτη ανάμνηση έχει προέλθει το ποίημά μου με τον τίτλο «Η μάνα μου», το οποίο συμπεριέλαβα στην πρώτη συλλογή μου. Η δεύτερη ανάμνηση δεν αντιστοιχεί σε κάποιο ποίημα, φαίνεται, ωστόσο, ότι λειτουργεί μέσα μου περίπου ως αρχέτυπο της ποιητικής απορίας. Το έχει πει, εξάλλου, πολύ όμορφα ο Μανόλης Αναγνωστάκης:
Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε / Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Θα πρέπει να ήμουν περίπου 9 ετών, όταν «ανακάλυψα», καθώς λέμε, τη λογοτεχνία. Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα ήταν Ο γέρος και η θάλασσα του Χεμινγουαίη. Θυμάμαι αυτή την ανάγνωση σα να ήταν χτες. Δεν είχα ακόμη κατακτήσει λεξιλόγιο που να με βοηθά να καταλάβω εντελώς το βιβλίο, είχα όμως κυριολεκτικά μαγευτεί. Και ταυτόχρονα, χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει στο ελάχιστο τι είναι η λογοτεχνία, αφού κανείς δεν μου είχε ποτέ μιλήσει γι’ αυτήν, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο, έλεγα μέσα μου «αυτός ο κόσμος είναι ο δικός σου», χωρίς πάλι να συνειδητοποιώ τι ακριβώς μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Κατόπιν ήλθε η γνωριμία μου με τον Ιούλιο Βερν. Διαβάζοντάς τον, είχα πιστέψει ότι μπορούσα πολύ εύκολα να τον μιμηθώ. Έτσι, άρχισα να γράφω τα πρώτα μου κείμενα.

Αργότερα, στο Γυμνάσιο έγραφα πια με μεγάλη αυτοπεποίθηση. Εξάλλου, οι καθηγητές μου – και πρέπει να πω ότι ευτύχησα να έχω σε όλη την εξαετία του Γυμνασίου τρεις πολύ γερούς φιλολόγους – με ενθάρρυναν και ήταν βέβαιοι για μένα ότι θα γινόμουν οπωσδήποτε συγγραφέας. Εννοείται, πεζογράφος. Η ποίηση δεν με είχε καθόλου προσελκύσει. Τα ποιήματα που υπήρχαν στα σχολικά βιβλία τα έβλεπα ως διδακτέα ύλη. Τίποτε περισσότερο.
Ίσως να μην είμαι απόλυτα ακριβής: θυμάμαι έντονα τον πατέρα μου να μου απαγγέλλει από στήθους Το τραγούδι του νεκρού αδελφού. Ήταν για μένα μια συγκίνηση θεμελιακή. Σαφώς ανώτερη από τη συγκίνηση που μου προκαλούσαν τα γραπτά του Χέμινγουαιη και του Βερν. Πλην όμως, δεν θεωρούσα ότι το τραγούδι αυτό ανήκει σε κάποιο είδος φιλολογικό. Ήταν για μένα κάτι μυστηριακό, σα να ερχόταν από τα έγκατα της ύπαρξης, όπως έβγαινε ο Κωσταντής από το μνήμα. Και αυτό νομίζω ότι είναι τελικά η αληθινή ποίηση. Κάτι υπεράνω της φιλολογίας. Δεν είναι, δηλαδή, μια ειδική γλώσσα, αλλά η πρωταρχική γλώσσα.
Η ποίηση, ως δημιουργική πρόκληση, μπήκε στη ζωή μου με τον Σολωμό. Και για να είμαι περισσότερο ακριβής, όχι με τον Σολωμό γενικά, αφού τον είχα προ πολλού συναντήσει, απαγγέλλοντας μάλιστα στην πρώτη τάξη του Δημοτικού το ποίημά του για την καταστροφή των Ψαρών, αλλά με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους. Τη ριζική συγκίνηση που είχα νιώσει ακούγοντας από τον πατέρα μου το Τραγούδι του νεκρού αδελφού, την ξανάνιωσα σε μεγάλο βαθμό με το κορυφαίο αυτό ποίημα του Σολωμού.

Ήταν 1974, η τελευταία χρονιά της δικτατορίας, ήμουν πια 18 ετών και είχα πλέον πεισθεί ότι η υπέρτατη εκφραστική εμπειρία ήταν δίχως άλλο η ποίηση. Εκείνη την ίδια χρονιά γνώρισα και την κατοπινή γυναίκα μου, την Τασούλα. Ήταν συμμαθήτριά μου στο φροντιστήριο, στο οποίο προετοιμαζόμαστε για τις εισαγωγικές του Πανεπιστημίου. Εκείνη για τη Φιλοσοφική, εγώ για τη Νομική. Είχε μάθει από τους άλλους συμμαθητές μας ότι έγραφα ποιήματα και με ρώτησε αν έχω διαβάσει Νίκο Καββαδία. Είπα πως όχι και την άλλη μέρα έφερε και μου δάνεισε τη φημισμένη έκδοση του «Γαλαξία», στην οποία περιέχονται οι συλλογές Μαραμπού και Πούσι.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί μου αρέσει να αναφέρομαι ιδιαίτερα σε αυτό το περιστατικό. Ήταν σίγουρα ένα μέρος της μαγείας του εφηβικού έρωτα. Φαίνεται όμως ότι με τα χρόνια πήρε μέσα μου άλλη διάσταση, πολύ πιο ουσιαστική: έτυχε να γνωρίσω αρκετούς ποιητές, των οποίων οι σύζυγοι δεν καταλάβαιναν, περιφρονούσαν την ποίηση ή και απλώς αδιαφορούσαν γι’ αυτήν. Η σκέψη και μόνο ότι θα μπορούσα να περάσω τη ζωή μου πλάι σε μια τέτοια σύντροφο με κατακλύζει με πανικό.

Τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα συνέπεσαν με τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η έντονη πολιτικοποίηση που είχε τότε επικρατήσει στον πανεπιστημιακό χώρο, αλλά και σε ολόκληρο σχεδόν τον κοινωνικό χώρο, επηρέασαν και τη δική μου οπτική. Είχα πιστέψει ότι ήμουν οπωσδήποτε ένας κοινωνικός ποιητής. Σκέφτηκα να γράψω ένα βιβλίο, που θα είχε ως τίτλο Το θεσσαλικό φεγγάρι. Aς δοκιμάσω, σκέφτηκα, να γράψω την αρχή. Και έγραψα ευθύς εξαρχής τα παρακάτω:

το θεσσαλικό φεγγάρι ήταν ένα μεγάλο φεγγάρι,
σαν ένα μπακιρένιο ταψί.
το κατέβαζαν τα κορίτσια τις νύχτες
και ζύμωναν χιλιάδες όνειρα ως το πρωί.
ήταν ένα φεγγάρι παλιό
γεμάτο συννεφοχτυπήματα.
το φορτώθηκε μια φορά ο παππούς μου στον ώμο
και πήγε να το γανώσει.
στο δρόμο τον έπιασαν κάτι αλήτες
και τον σκότωσαν στο ξύλο.
το φεγγάρι το θάψανε βαθιά στη γη.

αυτό που βλέπουν τα βράδια οι έρμοι οι Θεσσαλοί
δεν είναι φεγγάρι.
μια κατάρα είναι
που σιγοκαίει τον ουρανό.

Εδώ σταμάτησα. Κατάλαβα αμέσως ότι το βιβλίο που σχεδίαζα, δεν θα γραφόταν ποτέ. Δεν είχα τίποτε άλλο να πω. Έτσι, εξάλλου, πρέπει να είναι ένα ποίημα: το απόσταγμα ενός βιβλίου που γράφτηκε ή που θα μπορούσε να γραφτεί και όχι ένα κάποιο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου. Αυτό, βέβαια, το συνειδητοποίησα πολύ αργότερα και όχι στην ηλικία των είκοσι χρόνων που έγραψα το συγκεκριμένο ποίημα. Τότε, με τη βιασύνη που χαρακτηρίζει κατά κανόνα τους νέους, επιθυμούσα όσο τίποτε να δω τυπωμένα σε βιβλίο τα ποιήματά μου. Και πράγματι, δύο χρόνια αργότερα, τελειώνοντας τη Νομική, έσπευσα να τυπώσω το πρώτο ποιητικό βιβλίο μου, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1979 με τον τίτλο Μικρές Δορκάδες. Το ίδιο εκείνο φθινόπωρο άρχισα μεταπτυχιακές σπουδές Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Τα ποιήματα της δεύτερης συλλογής μου, που κυκλοφόρησε το 1981 με τον τίτλο Η νυχτερινή ηδυπάθεια ενός μετανάστη, γράφτηκαν όλα στο Στρασβούργο. Τώρα που τα ξαναδιαβάζω σκέφτομαι ότι ίσως να ήταν πολύ διαφορετικά αν δεν βρισκόμουν στην πόλη αυτή για σπουδές και μάλιστα για το πιο απαιτητικό μεταπτυχιακό που διαθέτει η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της. Παράδειγμα; To ποίημα με τον τίτλο «Ο βαλσαμωμένος αετός»:

μέσα σ’ αυτήν εδώ τη γεωμετρική φωλιά
μετράς ξαναμετράς τα αισθήματά σου
με το υποδεκάμετρο
δεν έχουν γη δεν έχουν ουρανό
μόνο μια μοναξιά μαρμαρωμένη
πες πως είσαι ένας αετός που τον βαλσάμωσαν
πριν προλάβει να πετάξει
ή πες πως έγινες μια κάμαρα
η κάμαρά σου
γιατί εδώ που τα λέμε
πολύ υγράθηκε η ψυχή σου τελευταία
παίρνει τα σχήματα που της δίνουν
τα διάφορα δοχεία

Το ποίημα αυτό θα αντιστοιχούσε περισσότερο σε μια μεγαλούπολη, όπως το Παρίσι ή η Αθήνα, παρά στο Στρασβούργο. Θα πρέπει λοιπόν τα ποιήματα της Νυχτερινής ηδυπάθειας να υπήρξαν το ψυχικό μου αντίβαρο στο σκληρό επίπεδο των σπουδών. Και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Ψάχνοντας, όμως, να βρω στα ποιήματα αυτά ίχνη του κοινωνικού ποιητή που ήθελα να είμαι στην πρώτη συλλογή μου, δεν βρίσκω σχεδόν τίποτε. Μόνο ακραία νοσταλγία και μυθολογία πολύ προσωπική. Τότε, όμως, δεν το είχα καν υποπτευθεί. Πίστευα ότι ήμουν πρωτίστως ποιητής κοινωνικός. Γι’ αυτό και στην τρίτη συλλογή μου, η οποία κυκλοφόρησε το 1984 με τον τίτλο Στα ριζά της σιωπής και της οποίας τα ποιήματα έγραψα μετά την επιστροφή μου από τη Γαλλία, το 1982, προσπαθώ στην πραγματικότητα να επανασυνδεθώ με το κλίμα της πρώτης μου συλλογής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημά μου με τον τίτλο «Ογδόντα προπολεμικές χιλιάδες»:

ο άλλος παππούς μου δεν έτρεχε
με τα φεγγάρια και τα μυστικά νερά
με το καπέλο πλάγιαζε με το παντελόνι
και μ’ ένα κοφτερό υνί
να του οργώνει τον ύπνο

απ’ τ’ άγριο χάραμα κινούσε
βαριά τον ήλιο σέρνοντας
τις πληγές αλείφοντας με το νεράκι

μάζευε ο παππούς μου τα λεφτά
τα μάζευε
μυρμήγκι τρυφερό στη φωλιά του λίβα

ογδόντα ολόκληρες χιλιάδες
κλωσσόπουλα ζεστά
μπήκε ο πόλεμος σαν αλεπού
τα έπνιξε

ούτε φωνή ούτε δάκρυ

Είναι αυτό ποίημα κοινωνικό; Καθώς το διαβάζω σήμερα, εγώ τουλάχιστον βλέπω σ’ αυτό ότι το ιδιωτικό όραμα πλεονάζει του κοινωνικού. Και πώς άλλωστε θα μπορούσε να είναι κανείς ποιητής κοινωνικός σε μια εποχή που ο ατομικισμός είχε ήδη αρχίσει να κυριεύει την ελληνική κοινωνία, όπως άλλωστε και όλες τις δυτικοευρωπαϊκές, ίσως δε και τις ανατολικοευρωπαϊκές, αν θεωρήσουμε ότι το 1989 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Σε κάθε περίπτωση, το 1989, που απέτυχε ως προς την κοινωνική περεστρόικα της Ανατολικής Ευρώπης, πέτυχε, κατά τη γνώμη μου, ως προς την ψυχική περεστρόικα της δυτικής Ευρώπης. Μας απελευθέρωσε από πολλές αυταπάτες.

Μετά την περίφημη «απομάγευση του κόσμου», για την οποία είχε μιλήσει ο Μαξ Βέμπερ στις αρχές του εικοστού αιώνα, λίγο πριν από το τέλος του ίδιου αιώνα ήλθε και η «απομάγευση της Ιστορίας». Η «τελολογική Ιστορία», που δεν ήταν παρά μια εκδήλωση της κυριαρχίας και της συνακόλουθης μαγείας του «ορθού λόγου», αδειάζει πλέον από νόημα. Βρεθήκαμε, έτσι, το 1989 μπροστά σε μια «διπλή απομάγευση». Οδυνηρή μεν, ταυτόχρονα όμως και λυτρωτική.

Προσωπικά μιλώντας, το 1989, με το σύνολο των σημασιών που το συνοδεύουν, με βοήθησε να έλθω πιο κοντά στην ψυχή μου, συναντώντας έτσι τον αληθινό ποιητικό εαυτό μου. Το είδα ως το τελευταίο μονοπάτι της «χαοτικής» Ιστορίας, που πάντως οδηγούσε προς ένα οικειότερο και ειλικρινέστερο χάος, δηλαδή προς την ψυχή.

Μήπως, τελικά, το «κατ’ εξοχήν γεγονός» είναι η ανθρώπινη ψυχή; Μήπως τα λεγόμενα «ιστορικά γεγονότα» δεν είναι παρά υποσημειώσεις στην ψυχή; Αυτή είναι τουλάχιστον η δική μου προσέγγιση, κυρίως στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο μου, που κυκλοφόρησε το 1998 με τον τίτλο Αδιαπέραστο Φως.

Αισθάνομαι πάντως τυχερός γιατί η κριτική το επισήμανε αμέσως. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στην κριτική που έγραψε για το βιβλίο μου ο Παντελής Μπουκάλας στην Καθημερινή, όπου σημειώνει ότι η απόσταση των ποιημάτων μου αυτών από τον Καβάφη είναι προφανής και στα πάντα. Είναι πράγματι ο ακριβώς αντίθετος δρόμος αυτός που θέλησα να ακολουθήσω από εκείνον του Καβάφη, αντί δηλαδή της ψυχικής προσαρμογής των ανθρώπων στην Ιστορία, την προσαρμογή της Ιστορίας στις ψυχικές περιπτώσεις.

Αν υπάρχει ελάχιστο φως στην ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό, κατά τη γνώμη μου, έρχεται από την περιοχή της ψυχής, όπου και το απέραντο σκοτάδι. Βέβαια, η Ιστορία ως καταγόμενη από το φημισμένο σωκρατικό ρήμα οἶδα, ισχυρίζεται ότι «γνωρίζει» και ότι μπορεί να μας διαφωτίσει με το να καταγράφει και να αναλύει τη Realpolitik των εκάστοτε ισχυρών του πλανήτη. Τι είδους γνώση είναι, όμως, αυτή; Μοιάζει περισσότερο με την απεγνωσμένη προσπέλαση της Ιατρικής στις ασθένειες, που δεν μπορεί να θεραπεύσει.

Όμως, η δυσπιστία προς την Ιστορία, τουλάχιστον η ποιητική, δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας. Αυτή σε μικρό ή μεγάλο βαθμό υπήρχε πάντοτε στην ποίηση και μπορούμε να πούμε ότι ανάγεται στον Αριστοτέλη, που πρώτος μίλησε για την υπεροχή του ποιητικού λόγου έναντι του ιστορικού.

Εκείνο που δεν υπήρχε και που είναι φαινόμενο των ημερών μας, είναι το γκρέμισμα της «ορθολογικής» συνείδησης από τον θρόνο των Φώτων. Η εκθρόνιση αυτή δεν θα είχε γίνει, αν δεν είχε μεσολαβήσει το 1989. Ήταν οι ανατροπές του έτους αυτού που κυριολεκτικά «μας έλυσαν τη γλώσσα». Θα πρέπει, λοιπόν, να μην έχει άδικο ο Κώστας Βούλγαρης, όταν μας αποκαλεί «γενιά του ’89».

Σε προσωπικό επίπεδο, η δεκαετία του ’80 με είχε ήδη πριν από το 1989 προετοιμάσει για τη «γραφή της καταστροφής», καθώς θα έλεγε ο Μορίς Μπλανσό. Κατά την περίοδο αυτή, ανατράπηκαν μέσα μου σχεδόν όλες οι αντιλήψεις που είχα μέχρι τότε για τη ζωή και την τέχνη. Τα γεγονότα που καθόρισαν αυτή την ανατροπή ήταν η απώλεια του γιου μου, κατόπιν μια οριακή περιπέτεια με την υγεία μου και, τέλος, η γνωριμία μου με το έργο αυτού του κορυφαίου Γάλλου θεωρητικού. Η σκέψη του Μπλανσό μπορώ να πω ότι υπήρξε για μένα εξίσου καταλυτική, όσο άλλοτε οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού. Η γνωριμία μου με το ποίημα αυτό του Σολωμού, στα εφηβικά μου χρόνια, με έκανε να απομακρυνθώ από την πεζογραφία και να στραφώ στην ποίηση, ενώ η σκέψη του Μπλανσό με βοηθούσε τώρα, στα τριάντα μου χρόνια, να βγάλω την αυθεντικότερη μάλλον πλευρά της ιδιοσυγκρασίας μου ως ποιητή.

Δίχως το πένθος για ένα παιδί που έζησε μόνο μισή ώρα, χωρίς να ανοίξει ποτέ τα μάτια του στο φως, δίχως το τράνταγμα της δικής μου ασθένειας και δίχως το μάθημα του Μπλανσό, η τέταρτη συλλογή μου, που κυκλοφόρησε το 1989 με τον τίτλο Η πείρα του θανάτου, δεν θα είχε βγει ή θα ήταν πολύ διαφορετική.

Αν ο συγγραφέας θέλει να είναι ειλικρινής, λέει ο Μπλανσό, οφείλει, όταν μιλά, να ακουμπάει σε ένα μνήμα. Αλλιώς ψεύδεται. Γιατί; Επειδή ο θάνατος είναι η ευκαιρία και η ελπίδα του ανθρώπου να είναι άνθρωπος. Ο θάνατος προκαλεί φόβο και φρίκη, όχι ως φαινόμενο καθεαυτό, αλλά επειδή, όταν συμβεί, στερεί από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να είναι θνητός, δηλαδή άνθρωπος. Ιδού γιατί η «παθολογική αισιοδοξία» που κοιτάζει πάντοτε πέρα και πάνω από τον θάνατο είναι στην πραγματικότητα απάνθρωπη, καθώς προσβλέπει σ’ έναν ορίζοντα που δεν είναι ο ανθρώπινος.

Ο ποιητής, λοιπόν, που δεν παύει να είναι άνθρωπος και όχι κατοικίδιο στη φάρμα της φιλολογίας, βλέπει με τα μάτια της ζωής και ταυτόχρονα με τα μάτια του θανάτου. Σ’ ένα δοκίμιό του, που έγραψε για το βιβλίο μου Η πείρα του θανάτου, ο Μάριος Μαρκίδης σημειώνει: «Αυτό μας δείχνει ο Βαγγέλης Κάσσος. Οι ποιητές δεν μπορούν να είναι μόνο (και απλώς) ζωντανοί».

Δεν ξέρω αν επιθυμώ κάτι να δείξω. Επιθυμώ, όμως, να δω. Επιθυμώ να δω με τα δικά μου μάτια, αλλά και με τα μάτια του γιου μου που δεν έζησε. Αυτό προσπαθώ. Αυτό με συγκινεί. Στα ποιήματα αυτά της «διπλής όρασης» -ας μου επιτραπεί να τα χαρακτηρίσω έτσι- την Ιστορία δεν την χρησιμοποιώ ως παγιωμένο και αναντίλεκτο θέσπισμα, αλλά ως πλαίσιο, όπου εκ των πραγμάτων έχει συγχωνευθεί η όραση της ζωής με εκείνην του θανάτου. Τα πρόσωπα, δηλαδή, που πρωταγωνιστούν στα ποιήματά μου αυτά έχουν δει και με τα μάτια της ζωής και με τα μάτια του θανάτου. Αυτό εμένα μου επιτρέπει να μιλήσω με τη μέγιστη δυνατή ελευθερία για την ανθρώπινη ψυχή που μοιράζεται ανάμεσα και για την οποία, ούτως ή άλλως, η Ιστορία σιωπά.

Με τη «διπλή όραση» προσπαθώ να δω τα πράγματα τόσο σε ποιήματα, των οποίων τα πρόσωπα ανήκουν στη «μακρινή Ιστορία», όσο και σε ποιήματα, των οποίων τα πρόσωπα ανήκουν στην «κοντινή Ιστορία» και τα οποία δείχνουν ακόμη τόσο φανατικά για ζωή που δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι έχουν περάσει στην άλλη πλευρά. Ενα τέτοιο ποίημα είναι το «Εξωτικό δωμάτιο» :

ποια λύπη έσπρωχνε τον Νίκο Καρακώστα
το περιλάλητο κλαρίνο κι αργά το απόγευμα
άφηνε το Δομοκό
και σα σκιαγμένο αηδόνι έτρεχε
στην αγκαλιά της Οθρυος
ησύχαζε λες στη μουσική
της μυστικής αρχής του κόσμου
κι ώρες ψηλά απ’ το Γερακοβούνι κοίταζε
κατά την πεδιάδα
τι νάβλεπε
τι να γυρνούσε μέσα του
απ’ τον απέραντο καθρέφτη κάτω
ο ήλιος που έπεφτε σα νόμισμα χρυσό
μέσα στη χούφτα του κάμπου;
ο θαυμασμός του για το χώμα
που απ’ του βουνού τα σωθικά
σαν αίσθημα που περισσεύει
άφθονο έβγαινε και τρυφερό
πιο τρυφερό απ’ ό,τι η μουσική
απ’ το δικό του στέρνο;
η χλεύη ίσως των παιδιών
για του πατέρα το επάγγελμα
το στοιχειωμένο βογκητό την καταγωγή τους;
ή μήπως τελικά αυτό που έδειχνε
ο ταπεινός καθρέφτης
δεν ήταν χλεύη δεν ήταν θαυμασμός
ούτε και δίψα για το χρήμα
μα ήταν σκέψη καθαρή
για της τέχνης του
το πιο στέρεο βήμα;
μήπως λοιπόν θυμόταν το βράδυ εκείνο
που τον φώναξαν
να παίξει σ’ ένα ξόδι
το αγαπημένο τραγούδι του νεκρού
κι ύστερα τόσο τους συνεπήρε όλους
το αδίστακτο κλαρίνο που βγήκαν
ως την αυγή χορεύοντας ξυπόλητοι
στις μύτες των ποδιών
όχι από ντροπή
αλλά από πάθος σιγανό
πηδώντας έτσι απ’ το δωμάτιο του νεκρού
στη σάλα της υποδοχής και πίσω πάλι
ανεπαίσθητα γλυκά
σαν τα αμφίβια;

——————————————————

Ο όρος «ego-histoire» ανήκει στον Γάλλο ιστορικό Pierre Nora, ο οποίος τον εισηγήθηκε με την ευκαιρία της συλλογικής έκδοσης Essais d’ ego-histoire (Gallimard 1987) και με τη φιλοδοξία να συμβάλει στην ανάπτυξη ενός νέου είδους, που να μην συνιστά ούτε ψευδολογοτεχνική αυτοβιογραφία ούτε άσκοπα ενδόμυχες εξομολογήσεις ούτε ομολογία αόριστης πίστης ούτε απόπειρα άγριας ψυχανάλυσης, αλλά το εγχείρημα του καταυγασμού από κάποιον – ιστορικό, κατά κανόνα – της προσωπικής του ιστορίας ως εάν ήταν η ιστορία ενός άλλου.

Βαγγέλης Κάσσος

Μετάφραση στα γαλλικά εδώ.