Ποιήματα

ΕΤΣΙ ΘΑ ΗΤΑΝ

κι αυτό το ήσυχο βραδάκι μας ανήκει
εδώ στην υπαίθρια ταβερνούλα
να πίνουμε και να μιλάμε
για γυναίκες και πολιτική
όπως κι αν έχει είναι καλή η ζωή
κι ας λέει ο Φώντας τα δικά του
πως ίσως να βλεπόμαστε για στερνή φορά
απόψε θα βγουν με τ’ αεράκι τα μυρωμένα πνεύματα
θεοί κατατρεγμένοι
μαχαιρωμένοι μάγκες
ερωτευμένα ξωτικά
θα μας φιλούν στα μάτια
θα μας χαϊδεύουν τα μαλλιά
ίσως αύριο ν’ αλλάξει η ζωή μας
και ίσως τούτο το κρασί
να σβήσει οριστικά
τη φωτιά που μας κρυφοκαίει
έτσι θα ήταν έτσι
αν δεν καθόταν ξαφνικά στο διπλανό τραπέζι
ένας μαγκούφης ένας μαυροφορεμένος
εδώ και ώρα κάθεται
και παραμονεύει
παραμονεύει ο ρουφιάνος

Από τη συλλογή Η νυχτερινή ηδυπάθεια ενός μετανάστη (1981).


Ο ΟΔΗΓΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

ο οδηγός με το άσπρο πουκάμισο
με τι θέλετε να μοιάζει
καθώς κατεβαίνει με ορμή
καθώς διασχίζει τη νύχτα
με τι θέλετε να μοιάζει
αν όχι με χελιδόνι που άργησε
που επιστρέφει όπως όπως στη φωλιά
ο οδηγός με το άσπρο πουκάμισο
ξαφνικά τι έπαθε
τι έπαθε και σφίγγει
με τέτοια λύσσα το τιμόνι
μια να πεταχτεί στον ουρανό
μια να πετρώσει στο κάθισμα
ο οδηγός κυλάει γοργά
ανοίγει τα παράθυρα
και γοργά κυλάει
για την επικίνδυνη στροφή
για τη ζεστή αγκαλιά
ούτε που νοιάζεται
ανοίγει τα παράθυρα
και βρίζει
βρίζει γλυκά
σα να προσεύχεται

Από τη συλλογή Στα ριζά της σιωπής (1984).


ΤΟ ΡΟΛΟI

από το χέρι του νεκρού
πρέπει να βγαίνει το ρολόι
όχι γιατί η μικρή του κόρη
πρέπει να έχει κάτι να θυμάται
όχι γιατί σ’ ένα νεκρό
πάει πάντοτε πίσω το ρολόι
γι’ αυτό κι αργοπορεί
γι’ αυτό και δεν κρατάει ποτέ
τις υποσχέσεις του
όχι για τίποτε απ’ αυτά
αλλά γιατί
καθώς θα ξυπνά το χάραμα
και με το μάτι πικρό
θα ψάχνει κάτω απ’ το μανίκι
θα δει πως λείπει το ρολόι
θα πει πως είναι Κυριακή
δεν έχει σήμερα δουλειά
ας κοιμηθώ λιγάκι παραπάνω


ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΑΠΝΟΗΣ

μου λείπει το στήθος
δεν αναπνέω
μόνο σε θυμάμαι
μου λείπει το στήθος
τα βράδια που κοιμάμαι
σφίγγω επάνω μου
το μαξιλάρι
όπως το βαμβάκι
στην πληγή


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

μόνο τα άνθη αγαπούν αληθινά
την ελευθερία
γι’ αυτή μιλούν κρυφά
στο αφτί του ανέμου
μα εκείνος δεν κρατά το μυστικό
κι ευωδιάζει

Από τη συλλογή Η πείρα του θανάτου (1989) που κυκλοφορει στις εκδόσεις Ίνδικτος.


Ο ΜΑΡΚΟΣ ΑΤΤΙΛΙΟΣ ΡΗΓΟΥΛΟΣ
ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΑΫΠΝΙΑ

μόλις κριθεί η ζωή
σα μάχη αμφίρροπη
που τελικά κερδήθηκε
οι στρατιώτες όλοι προχωρούν
και τυπικά καταλαμβάνουν
τα ανυπεράσπιστα εδάφη
του θανάτου
μένουνε πίσω οι άκαπνοι
οι αυλικοί της ύπαρξης
βυσσοδομούν μας ανατρέπουν
γι’ αυτό ας μην κοιμηθούμε
ποτέ δεν κοιμήθηκα
έξυνα με τα νύχια της σκέψης μου
τη νύχτα
καθώς το πίσω μέρος του καθρέφτη
τα μάτια μου όστρακα
πάντα ξερά
και το φως αδιάντροπο
να παφλάζει μπροστά μου
σα θάλασσα
το κορμί μου κλεισμένο
όπως το βλέφαρο
που έχει για πάντα τρομάξει
α, η Ρώμη
το μικρό μου χωράφι
ν’ ανθίζει αλύπητα
πειθαρχία η ζωή
πειθαρχία ο ύπνος
πειθαρχία ο θάνατος
υπακούς και δε ζεις
ούτε στ’ αλήθεια πεθαίνεις
η αϋπνία μου πάλι χυμά
σαν πουλάρι ασυγκράτητο
όχι δεν θα δεχτώ
συνθήκη με την Καρχηδόνα
δεν θα δεχτώ συνθήκη
με τον ύπνο
κεντητό χαλινάρι της ανυπαρξίας
ξυπνητός θα περάσω στο θάνατο
λαμπερός αδιάλλακτος
σαν τον υδράργυρο
σε ολόμαυρη σκόνη


ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

αγόρι μου

σαν το πουλάκι μέσα μου σκιρτάς
κατάπληκτο στο χιόνι
μη γελαστείς
δεν είναι αυτός ο Συμεών
που ακούς να οδύρεται
είναι ο θάνατος που ζητιανεύει
στην αυλή μου
μη βγεις ποτέ
δεν είμαι εγώ ο ουρανός
για ν’ ανατείλεις
το φως με σφάζει
σα γυαλί
μ’ έχει αφαιρέσει ο φόβος
και κρύο βάραθρο
έγινε το κορμί
δεν είναι εδώ η ζωή
σαν ηλιαχτίδα πέρνα
σα δίκοπη αρχή
μη βγεις στον κόσμο και σταθείς
μη σταυρωθείς
μη νιώσεις τέλος
σταυρώθηκες στα σπλάχνα μου
αυτό δε φτάνει;


ΑΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟ ΦΩΣ

πίσω από το φως
δεν είναι το σκοτάδι
είναι αυτό που πάντα χάνεται
μαζί με το φως
έχει χροιά φυγής
την έντονη χροιά της άφταστης ζωής μου
πού είναι η αυτοκρατορία του Αττίλα;
πού είναι η αυτοκρατορία μου;
από το Δον μέχρι τον Δούναβη
και δυτικά μέχρι τον Ρήνο
το Βιμινάκιο η Σιγγιδών το Σίρμιο
η Ναϊσσός η Φιλιππούπολη
και το Μιλάνο η Μάντουα
το Πατάβιο η Βερόνα
όλες νιφάδες φόβου
ανοίγουν κι άλλο τον ορίζοντα
άδειο το φως σαν κούφιο αμύγδαλο
λοιπόν πού φτάνει η ορμή μου;
σκεφτόταν ο Αττίλας
και το βάρβαρο βλέμμα του ξεδίπλωνε
σαν το μαστίγιο πάνω
στα τρομοκρατημένα εδάφη
μπροστά μου τώρα η αιώνια Ρώμη
κι ο πάπας Λέων ανίσχυρος
σαν το λευκό αρνί
κάτι μου λέει μάλλον προσεύχεται
σκύβουν οι χρονικογράφοι για ν’ ακούσουν
δεν είναι τίποτε να μάθουν
δεν έχω τίποτε να μαρτυρήσω
σαν άσπρη σκοτεινιά του Λέοντος τα ράσα
πνίγουν τα μάτια μου
γυρίστε αμέσως πίσω Ούννοι
καλπάστε ξέφρενα
μέσα στον πανικό μου


Ο IMPERATOR ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ

ΕΚΛΙΠΑΡΕΙ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

όλοι κοιμούνται
κανείς δε νοιάζεται για τη δική σου επιστροφή
κανείς όπως εγώ δε σε περιμένει στην αυλή
ανάβουν γύρω μου πυρσούς
οι νυσταγμένοι δούλοι
όμως αυτό δεν είναι φως
είναι της αϋπνίας μου ο τρόμος
η κίτρινη χολή
έλα λοιπόν
μόνον εσύ μου έχεις μείνει
με το πρώτο φιλί σου
ξεσκεπάζεται μέσα μου σαν ψέμα η θλίψη
η εξουσία σου αξίζει
εσύ μόνο μπορείς να βάζεις τάξη
στην ψυχή
έχεις το χάρισμα να διοικείς
σου παραδίδω την αυτοκρατορία μου
πάρ’ την
διάλυσέ την σαν σκοτάδι

Βαγγέλης Κάσσος

Από τη συλλογή Αδιαπέραστο φως (1998) που κυκλοφορεί στις εκδόσεις Ίνδικτος.

Μετάφραση στα γαλλικά.