Κριτικές

Απόσπασμα κριτικής του ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ για το Αδιαπέραστο φως, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 22 Δεκεμβρίου 1998.

[…] Για τον Βαγγέλη Κάσσο είχα από παλιά την εντύπωση πως απ’ όλους τους ποιητές που εμφανίστηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ήταν εκείνος που πλησίαζε σταθερότερα προς την ωριμότητα και, ίσως, ο βαθύτερος. Ορίζω την ωριμότητα ως ικανότητα να εκφράζονται τα πιο σύνθετα συναισθήματα και διανοήματα με τον λιτότερο κι εναργέστερο τρόπο. Με τη συλλογή Η πείρα του θανάτου (1989), ο Κάσσος και μαζί του η ποίηση της γενιάς του κατέκτησαν την πρώτη, τολμώ να πω, πραγματικά ψηλή κορυφή. Ακολούθησαν, για τον ίδιο, πολλά χρόνια σιωπής. Η καινούργια δουλειά του, το Αδιαπέραστο φως, με πείθει ότι έπεσα έξω όταν σκέφτηκα πως δεν μπορούσε να προχωρήσει πιο πέρα.

Όπως η προηγούμενη συλλογή του, έτσι και το Αδιαπέραστο φως είναι μια μελέτη θανάτου. Αλλά με τρόπο λιγότερο υποκειμενικό, δηλαδή με την προέλαση του προσωπικού αισθήματος προς τη μεταφυσική διάσταση του θέματος. Επίσης, ο Κάσσος κάνει εδώ κάτι που, αν δεν απατώμαι, δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική ποίηση: συναρτά τον στοχασμό πάνω σε κάτι τόσο υπερχρονικό όσο ο θάνατος με την Ιστορία. Τα ιστορικά πρόσωπα που εμφανίζονται στα ποιήματά του δεν είναι προσωπεία ιδεών, αλλά περιπτώσεις όπου το ιστορικό γίγνεσθαι συναντάει το μεταφυσικό είναι μέσα στο δράμα μιας συγκεκριμένης προσωπικότητας. Βρίσκω αυτή την έμπνευση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και μεστή από ουσία.

Υπάρχουν στίχοι στο Αδιαπέραστο φως που η ποιητική πυκνότητα και αποτελεσματικότητά τους φαίνεται να επιτυγχάνεται με μια απλή, ανάλαφρη κίνηση. Ο Κάσσος έχει κάτι κοινό με τη Δημουλά: μιλάει για το ζοφερό με τρόπο που αίρει τον φόβο μέσα στη φωτεινή ευφορία της δυναμικής, αποκαλυπτικά λειτουργικής έκφρασης (αν και, σε αντίθεση με τη Δημουλά, τείνει εδώ ανεπαίσθητα ν’ αναζητεί και μια άλλη, θεολογικού είδους λύτρωση). Για μένα, αυτό αποτελεί βασικό γνώρισμα της μεγάλης ποίησης.

Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Η γέφυρα με δυο καμάρες του Βαγγέλη Κάσσου», κριτική του CHARLES DOBZYNSKI για το Lumière impénétrable (Αδιαπέραστο φως) δημοσιευμένη στο περιοδικό EUROPE τον Μαΐο 2010.

Το ελληνικό πνεύμα, τούτο δε μας εκπλήσσει, έχει κάποια συγγένεια με τον Παρθενώνα. Όχι μόνο για τη λαμπρότητα του ρυθμού, είτε αρχιτεκτονικού είτε γλωσσικού, μα και για την αντρεία του, την αντοχή του και την αντίσταση του στις κακοκαιρίες και τα απρόοπτα της Ιστορίας. Η ελληνική ποίηση, ωστόσο, μολονότι δε χαρακτηρίζεται από έλλειψη συνέχειας, είναι κάθε άλλο παρά μονολιθική. Στηρίζει τον μοντέρνο χαρακτήρα της σε φωνές που παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία σε ιδιοσυγκρασία και ύφος.

Για να πειστεί κανείς, αρκεί να ανατρέξει, πέρα απ’ την Ανθολογία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης [Anthologie de la poésie grecque contemporaine, εκδόσεις Gallimard, 2000] όπου η ποικιλία είναι προφανής, σ’ ένα βιβλίο του Βαγγέλη Κάσσου, ποιητή γεννημένου το 1956 στην Καρδίτσα και συνεπώς μεταγενέστερου της Κικής Δημουλά [στο προηγούμενο απόσπασμα, ο συγγραφέας του άρθρου έχει αναφερθεί εκτενώς στην ποίηση της]. Το Αδιαπέραστο φως/Lumière Impénétrable, έχει μεταφραστεί στα γαλλικά από τον Ιωάννη Δημητριάδη και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις L’Oreille du Loup. O Βαγγέλης Κάσσος δεν ανήκει στους ποιητές που από έγνοια να φανούν απόλυτα μοντέρνοι εξορίζουν συλλήβδην από την ποίησή τους κάθε ανάμνηση της Αρχαιότητας και της μυθολογίας. Τις κάνει αντιθέτως να συμμετέχουν ως εργαλεία μιας σκέψης που μέλημα της είναι να χτίσει μια γέφυρα με καμάρες που να εκτείνονται ταυτόχρονα στο παρελθόν και το παρόν.

Δημιουργείται έτσι στην ποίηση του Βαγγέλη Κάσσου ένας ιδιότυπος και στενότατος δεσμός με την Iστορία, ως νοηματικό υπόβαθρο και νοητικό τοπίο στο οποίο υπόκεινται αναπόφευκτα οι απόψεις και οι συλλογισμοί μας. Αν ο ποιητής ξεκινά παραθέτοντας τα λόγια του Επίκουρου « ὁ θάνατος μηδέν πρὸς ἡμᾶς », δεν το κάνει βέβαια για να συνταχθεί μ’αυτό το απόφθεγμα, μα για να το αμφισβητήσει αντιτάσσοντας πως ο φιλόσοφος μιλούσε « λες κι ήταν να πείσει τον ίδιο [τον θάνατο]/ όχι τους μαθητές ».

Άλλα εμβληματικά πρόσωπα που στοιχειοθετούν αυτή τη διαδρομή : Ο Εμπεδοκλής (« μόνον εσύ ω λάβα νιώθεις/ τον πόνο της διαύγειας που λείπει »), ο Αίας, ο Πολύφημος, ο Τίμων ο Αθηναίος, ο Διογένης κ.α. Ας μείνουμε ήσυχοι όμως, δεν πρόκειται για το στήσιμο μιας σειράς ιερών ή αφιερωμένων πορτρέτων. Η παρείσφρυση του μυθικού έχει παράξενη απήχηση στη σύγχρονη εποχή, όπου βλέπουμε να εμφανίζονται, δίπλα στον Καλιγούλα ή τον Έρασμο, πρόσωπα όπως η Καμίλ Κλωντέλ, ο Κίγκεγκωρ, ο Μπωντλαίρ, ακόμα και ο Γιούρι Γκαγκάριν… ο οποίος επιστρέφοντας από το διάστημα, είχε δηλώσει ότι πουθενά εκεί έξω δεν βρήκε το Θεό. Ο ποιητής θυμίζει ωστόσο πως συνοδευόταν τότε από κάποιον Μιχαήλ Γαλακτιόνοβιτς Κρόσκιν, λογοκριτή του Σύμπαντος και πιο συγκεκριμένα πράκτορα της KGB ! Ο ιστορικός περίπλους του Βαγγέλη Κάσσου, η απαισιοδοξία του οποίου εξορκίζεται μέσω του χιούμορ, είναι ένα είδος επίγειας περιπλάνησης που στρέφεται διαρκώς στην αναζήτηση του πλέον αληθινού φωτός : « πάντα χρειάζεται ένα φως/ για να γυρίσεις πίσω/ όπως χρειάζεται η ζωή/ για να βρεις ξανά/ το δρόμο για το θάνατο ». Και βεβαίως, η μονιμότητα του θανάτου απειλεί την ισορροπία του φωτός, στο οποίο εντούτοις η αγάπη έρχεται να προσφέρει μιαν ανέλπιστη σωτηρία όπως στο λόγο του Τιθωνού προς την αγαπημένη του Ηώ :

στη ζωή σου ο θάνατος σαν ήλιος
διαρκώς ανατέλλει
και καθώς ανεβαίνει
το κορμί σου σαν ίσκιος
γλυκαίνει

στη ζωή μου ο θάνατος σαν ήλιος
διαρκώς βασιλεύει
και καθώς κατεβαίνει
το κορμί μου σαν ίσκιος
πικραίνει

Charles Dobzynski
Μεταφραση Ιωάννης Δημητριάδης

Στα γαλλικά εδώ.