Ποιήματα

Ο ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ

Ό,τι κι αν γράψεις λόγια θα ’ναι.
Αυτά τα λόγια που ζητώ να εξαφανίσω·
κι είναι γι’ αυτό που έχω κόψει το χέρι μου.
Κι είναι γι’ αυτό που ζυμώνομαι
νύχτα μέρα με τη φωτιά, που πατήθηκα
κι έλιωσα κάτω όπως ένα
τριαντάφυλλο κόκκινο.
Θέλω να γίνω ενός άλλου
είδους νερό. Μιαν άλλου είδους γλώσσα.
Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου
μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε,
προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο
και βαθύτερα μες στις καρδιές σας, καθώς
τις μαύρες στοές της γης
κατεβαίνοντας
ο ανθρακωρύχος με το λυχνάρι του.


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ

Το χέρι σου είναι ένα σπαθί.
Πριν χτυπήσει την πέτρα, δεν ήξερα.
Αδιάκοπα, τώρα, νερό θαλασσί
αναβλύζει η καρδιά μου. Πόσες μέρες και νύχτες,
πόσα χρόνια, δεν ήξερα. Θα ’μουνα φαίνεται
γιομάτος ραγίσματα. Πολύς ουρανός καταστάλαξε μέσα μου.


ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΕΡΧΕΣΑΙ

Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δεν μπορούνε
να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ’ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.


Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ

Έχω τρεις κόσμους. Μια θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα
πού φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου, μη με ρωτήσετε.


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Μετάξι και φως – σα μιαν αλαφριά
κορδέλα στον άνεμο – τούτος ο δρόμος.
Ούτε σκόνη, ούτε βάρος. Κι αν κρίνω απ’ το φως
που σωρεύτηκε αντίκρυ μου, η αιωνιότητα, που
ως λίγο πιο πριν δεν μας την
προανάγγελε τίποτα, έχει αρχίσει να φαίνεται.

Δεν απέχει ούτε πέντε λεπτά από δω.


ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ

Δε με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα δίχως χέρια τον κόσμο.


ΧΡΕΟΣ

Δεν θα ήθελα να κλείσω τα μάτια δίχως να ιδώ.
Δεν θα ιδώ χωρίς να μιλήσω.
Και δεν θα μιλήσω χωρίς
να τραβήξω το λόγο από μέσα βαθιά μου, όπως ένα
μπηγμένο μαχαίρι. Το φως έχει μέσα του
αίμα, το αίμα έχει φως,
κι η καρδιά μου, ευτυχώς, τρυπημένη απ’ τα βλέμματα
χιλιάδων παιδιών, είναι τώρα γιομάτη
καρφωμένα μαχαίρια.


ΧΟΡΙΚΟ

Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει.
Υπάρχουνε βάθη που δεν τ’ ανιχνεύει
ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.
Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε.
Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες
να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνεν όλα τα δέντρα του κόσμου.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μετάφραση στα γαλλικά.